δερμοτόμιο


δερμοτόμιο
το
το εξωτερικό (ραχιαίο) τμήμα τών σωμιτών (αλληλοδιάδοχων τμημάτων τής νωτιαίας χορδής) τού εμβρύου, από το οποίο παράγεται το δέρμα και ο υποδόριος ιστός.

Dictionary of Greek. 2013.


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.